Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010
Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010
Ας το κοψουμε λοιπον
ΦΟΥΜΑΡΟΝΤΑΣ
Αναδημοσίευση του άρθρου του φιλτ:. αδ:. Δημοσθένη Δημόπουλου
(από το www.masonicforum.gr)
Μεγάλη υπόθεση το τσιγάρο.
Και πάνε να μας το κόψουνε, με νόμο, κάτι τύποι έξαλλοι, υγιειονομανείς με σωτηριολογικές εμμονές.
Βρε αϊ σιχτίρ από δω, που θα μου στερήσετε τη συντροφιά και το παρεάκι μου.
Θα φουμάρω έως δευτέρας παρουσίας. Και βάλε...
Τι αρχάγγελος και τι πρώτος δοκιμαστής, το τσιγαράκι πέρασε μαζί μου δυσκολίες, έγνοιες κι αγωνίες και ποτέ δεν με εγκατέλειψε.
Μα σε λύπη, μα σε χαρά ήταν κοντά μου για να γλυκαίνει τον πόνο και να χαίρεται στη χαρά μου.
Μαζί πουλήσαμε το πρώτο αντριλίκι, αμούστακα ακόμα και μαζί γευτήκαμε την γλυκειά χαλάρωση μετά τον έρωτα.
Αλήθεια υπάρχει τίποτε καλλίτερο που μπορείς να κάνεις αμέσως μετά από ένα ωραίο κρεβάτι;
Αλλά και πως θα αντιμετωπίσεις αποτελεσματικότερα μια χυλόπιτα από το να την εξομολογηθείς στο μόνο σύντροφο, που πάντα άκουγε τους καημούς και τους αναστεναγμούς σου, υπομονετικά, χαρίζοντάς σου μυρωδάτη ηρεμία και ευωδιαστό αποκούμπι.
Κι έρχομαι στον κάματο και τον πόνο της σωματικής δουλειάς, όταν όλο το κορμί σου είναι σε ένταση και υποφέρει απ' τη συνεχή προσπάθεια, όταν τα γόνατα λύνονται, τα χέρια παραλύουν και σ' όλο το κεφάλι υπάρχει πόνος και μόνο πόνος.
Θυμάμαι όταν σκάβαν δίπλα στο σπίτι μου, για να περάσουν τους αγωγούς της ΕΥΔΑΠ, κάτι άντρακλες δυό μέτρα, όλη μέρα κάτω απ' τον καλοκαιριάτικο ήλιο, ιδρωμένοι, με το μαντήλι δεμένο στο κεφάλι, γυμνόστηθοι, με μια πέτσινη μεγάλη ποδιά, να χτυπούν εκείνο το φοβερό πράμα, το κομπρεσέρ, προσπαθώντας να σπάσουν το βράχο που έφραζε το δρόμο.
Στα πρώτα τριάντα λεφτά όλοι στο σπίτι είμασταν άρρωστοι, από το θόρυβο και μόνο.
Κι αυτοί οι μυθικοί ήρωες είχαν άλλες εφτά ώρες να υπομείνουν ήλιο, ζέστη, θόρυβο, τράνταγμα και την ακατάβλητη αντίσταση του βράχου.
Η γιαγιά μου κάθε λίγο με φώναζε και παίρναμε απ' το ψυγείο δυό- τρεις μπουκάλες νερό, λεμονάδες, πορτοκαλάδες, ταμ-ταμ και τις πηγαίναμε σ' αυτούς τους γίγαντες, που όταν μας έβλεπαν σταματούσαν και μας υποδέχονταν μ' ένα διάπλατο χαμόγελο, που φώτιζε το σκονισμένο τους πρόσωπο.
Έπαιρναν με ευγνωμοσύνη, τη μπουκάλα και την άδειαζαν μονορούφι ενώ εγώ εντυπωσιασμένος κοίταγα εκείνες τις μαυρισμένες και σκονισμένες χερούκλες με τα μακριά χοντρά δάχτυλα.
Κι αφού αφήναν έναν αναστεναγμό ικανοποίησης, λέγοντας ευχές κι ευχαριστίες, στέκονταν όρθιοι με το κομπρεσέρ ν' ακουμπά στους μηρούς τους, έβαζαν το χέρι στην κωλότσεπη κι έβγαζαν τον άσσο φίλτρο κασετίνα, που κάπνιζε κι ο πατέρας μου, και με μαγικό τρόπο έπιαναν από μέσα το τσιγαράκι, με τα χοντροδάχτυλά τους, για να το φέρουν τελετουργικά στο στόμα και να ακολουθήσει, με όλη την αρμόζουσα ιεροπρέπεια το άναμμα με το τσακμάκι η τα σπίρτα του μονοπωλίου.
Αξέχαστη η στιγμή της πρώτης ρουφηξιάς και της εκπνοής του καπνού με μελωδικό συριγμό, βλέποντας το βασανισμένο εκείνο πρόσωπο με τις βαθιές ρυτίδες να γλυκαίνει και το σώμα να χαλαρώνει αποδιώχνοντας την γενικευμένη ένταση του βασανιστηρίου.
Μαγεία.
Πολύ αποτελεσματικό αυτό το βοτάνι που καιγόταν, ρουφώντας το.
Μεγαλώναμε, ήρθε το διάβασμα, οι εξετάσεις και τα πανεπιστήμια.
Μωρέ ιεραπόστολοι οι δάσκαλοί μας κι άγια τα φροντιστήρια, μα τα αποτελεσματικότερα εργαλεία για να βάλεις τον απ αυτό σου πάνω στο βιβλίο και να καταλάβεις όλα εκείνα τα ατέλειωτα σπουδάματα, ήσαν και ευτυχώς παραμένουν το καφεδάκι και το τσιγαράκι.
Εξήμισυ ώρα ξύπναγα για να πάρω στις εφτά το πράσινο που θα με πήγαινε στο Σύνταγμα και να φθάσω στο ιστορικό και ένδοξο σχολειό μου, στο πρώτο πρότυπο γυμνάσιο αρρένων Αθηνών στην Πλάκα, ιδρυθέν το 1827.
Λίγο ν' αργούσα κι ο γυμνασιάρχης, ο φοβερός και τρομερός Φατσέας, ο Γάντζος όπως τον λέγαμε, θα με πέταγε με τις κλωτσιές έξω και μάλιστα με σαδιστική ευχαρίστηση αφού μου ταχε μαζεμένα, από τότε που 15χρονο μ' έπιασε στις τουαλέτες- το τουαλέτες σχήμα λόγου- να φουμάρω κάτι άφιλτρα τούρκικα με σήμα την παπαρούνα, που μας είχε μοιράσει ένας συμμαθητής και την επόμενη η μισή τάξη δεν πήγε σχολείο, υποφέροντας από ζαλάδες.
Η άλλη μισή, στο διάλειμμα, ήταν στις τουαλέτες και απολάμβανε τα γιελιντζίχ – τεκέλ- έτσι τα λέγανε- μέχρι που ο Γάντζος περνώντας απ’ έξω και βλέποντας τους καπνούς αναφώνησε με τη στριγκιά βραχνή φωνή του το περίφημο- μα τι καπνοί ειν' αυτοί, σουβλάκια ψήνουνε; - και μας την έπεσε και δυστυχώς έπεσε πρώτα πάνω μου.
Όλοι φάγανε τριήμερη αποβολή και μόνο εγώ έφαγα την εξαήμερη ολόκληρη για αυθάδεια, αφού όταν με ρώτησε γιατί καπνίζεις Δημόπουλε, του απάντησα με ύφος τσαγκό και με τα χέρια στις τσέπες της σαραντάποντης καμπάνας, «για τον ίδιο λόγο που καπνίζετε και σεις κύριε».
Εμ' τι περίμενε να του πω όταν τη στιγμή που με ρωτούσε, πρόβαλε με επιτηδευμένο κράτημα το Ντάνχιλλ, που μοσχοβόλαγε κοσμοπολίτικα.
Από τότε μας ένωσε το αμοιβαίο μίσος και καθημερινά σχεδόν μου την έστηνε στην είσοδο και μου έκανε σωματικό έλεγχο, για να με αποβάλλει θριαμβευτικά, όταν ανακάλυπτε το καρελάκι μου κρυμμένο στην κάλτσα.
Πάντα είχα πρόβλημα με άτομα που τ’ όνομά τους τέλειωνε σε -έας.
Θυμάμαι ένα απ' αυτά τα καθίκια, ένα που γνώρισα στον στρατό, Ταγματάρχης Λεκέας η κάπως έτσι, μια πιθαμή ανδροειδές νευρόσπασμα, που μου την έπεσε τέσσερις παρά δέκα το πρωί, Φλεβάρη με χιόνια, σε μια σκοπιά, στην ερημιά, στο νταμάρι εκτελέσεων στο Χαιδάρι και μου 'ριξε πέντε μέρες διότι “εκάπνιζε εν ώρα υπηρεσίας”.
Στη πραγματικότητα μου την έριξε γιατί όταν με παρατήρησε από μακριά, εγώ νομίζοντας ότι είναι κείνο το βρωμιάρικο, ο δεκανέας απ' τον Προυσσό, του φώναξα κάτι σχετικό με την ερωτική ζωή της θειάς του.
Με άφατη ικανοποίηση έμαθα ότι στην επόμενη ρίψη έπεσε πάνω σε κάτι αγκαθούρες κι έγινε σαν την Πίπη τη φακιδομύτη, το όρνεο.
Στη Νομική Σχολή, δόξα σοι το Κόμμα- τι ποιό κόμμα ρε, ένα είναι το κόμμα στα 18, τρία πράγματα ευδοκιμούσαν, πολιτική, έρωτας και τσιγαροκαφεδιά.
Κι από μαθήματα, κάτι ψιλό στα διαλείμματα των ατέλειωτων συνελεύσεων και της κομματικής δουλειάς.
Πολύ τσιγάρο αδελφάκι μου, για να συνταχθεί εκείνη η μπροσούρα για τη συμπαράσταση στους αγωνιστές του Φαραμπούτο Μαρτί.
Ούτε στην ολονυκτία, με τις ανέραστες Τροσκίστριες που φούμαραν σαν αραπάδες, με θέμα τον Πλεχάνοφ, και τις σεξιστικές αναφορές του στο συλλογικό προτσές της δημιουργίας της αισθητικής του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, που ρίχναμε τ' αποτσίγαρα σε κουβάδες.
Ο συχωρεμένος ο πατέρας μου ήταν μανιώδης καπνιστής.
Μ' ένα σπίρτο άναβε όλα τα τσιγάρα της ημέρας.
Και τους υστερικούς τους πληροφορώ ότι απήλθε ορθός και με το κουστουμάκι του στα 95 και ότι μέχρι τα 90 κυνηγούσε σε βουνά και λαγκάδια.
Τα παλιά κόκαλα ήσαν πολύ γερά.
Ορεινός, σοβαρός και λιτός, επέβαλε αυτόματα τον σεβασμό. Του μίλαγα στον πληθυντικό μέχρι τα 40 μου.
Τότε, δημιουργημένος πιά επαγγελματίας και οικογενειάρχης, πρωτοκάπνισα μπροστά του, ενώ με κοίταξε με κείνο το εκφραστικότατο βλέμμα των χιλίων αισθημάτων, με μια γρήγορη και ανεπαίσθητη ματιά συμπονετικής επιδοκιμασίας, καταδηλώνοντάς μου έτσι την ικανοποίησή του για τον συμβολικό αυτό σεβασμό, που του απέδωσα επί δεκαετίες, μη καπνίζοντας μπροστά του.
Είχαν περάσει πάνω από 20 χρόνια από τη βραδιά, που γυρνώντας στο σπίτι από μια σύναξη με τα συντρόφια, μπήκα αφηρημένος, κρατώντας τα ΚΑΡΕΛΙΑ μαζί με το ΡΙΖΟ, ενώ εκείνος, άψογος πάντα με το σκούρο κοστούμι και το κατάλευκο πουκάμισο, καθόταν ήσυχα στην πολυθρόνα απολαμβάνοντας, το άρθρο του φίλου του, του Σάββα του Κωνσταντόπουλου στον ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΚΟΣΜΟ.
Με καλησπέρισε αφηρημένα, αλλ' αμέσως ξανασήκωσε το κεφάλι του, αφήνοντας την εφημερίδα να πέσει στα πόδια του και χαμηλώνοντας τα γυαλιά του, στην άκρη της μύτης, κοίταξε ψυχρά και συγκεντρωμένα αυτά που κρατούσα.
Σηκώθηκε αποφασιστικά και ήλθε μπροστά μου, λέγοντας, “αυτά να μην τα ξαναφέρεις στο σπίτι μου”, ενώ ταυτόχρονα μου έριξε ένα δυνατό φούσκο στη μύτη, που άνοιξε κι έτρεχε ποτάμι.
Με πέταξε έξω μεσ' τη νύχτα κλοτσηδόν κι όταν σε λίγο ήρθε η μάνα μου τρέμοντας, της είπα με παράπονο “μα βρε μαμά, πως κάνει έτσι για το τσιγάρο. Όλοι οι συμφοιτητές μου καπνίζουν”, για να πάρω έκπληκτος την απάντηση. «Τί τον ήθελες το Ριζοσπάστη βρε παιδάκι μου, κρύφτον, αφού ξέρεις ότι ο πατέρας σου είναι φανατικός αντικομμουνιστής, Βασιλικός ως το κόκκαλο, δεν έστελνε ούτε τσιγάρο στον αγαπημένο του αδελφό στη Μακρόνησο, για να τον αναγκάσει να υπογράψει και στο χω πει πολλές φορές, μην πηγαίνεις στον μπάρμπα σου τόσο συχνά».
Οι Τέκτονες κατά κανόνα είναι θεριακλήδες.
Εδώ ο λίθος είναι γρανιτένιος και η παράδοση των απολαύσεων αντιστοιχεί στην κοπιώδη ηθική άσκηση και την απόρριψη των μετάλλων.
Εξ άλλου κι ο καπνός είδος θυμιάματος είναι χρησιμοποιούμενος μάλιστα για τον ίδιο σκοπό δηλ. την ευχάριστη διέγερση του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Τα τεκτονικά δείπνα, οι αγάπες και τα γλέντια παραδοσιακά είχαν πολύ φαί, άφθονο αλκοόλ και κάπνισμα παντός καιομένου και ευωδιαστού.
Μετά από τον πνευματικό κάματο και τις μυητικές συγκινήσεις η ισορροπία αποκαθίσταται με γήινες απολαύσεις, που συνήθως εκτρέπονται σε εκτονωτικές κραιπάλες.
Έχουν μείνει στην ιστορία τα λουκούλλεια δείπνα και οι κρασοκατανύξεις των αδελφών, που τάραζαν την ησυχία και την χρηστότητα των περιοίκων.
Εκείνος ο ζωγραφικός πίνακας του Χόγκαρθ, με τίτλο «Η ΝΥΧΤΑ», μαστιγώνει “τας υπερλυσσώσας απολαύσεις της ζωής εις τας Στοάς”
Άκου φίλε μου περιγραφή..... “υπερλυσσώσαι απολαύσεις” Τύφλα νάχει ο ντε Σαντ κι ο Λαμετρί. Τέκτονες και τα δυό μου.
Εξ άλλου στα καπηλειά συνεδρίαζαν οι στοές, άντε και σε κανένα σαλόνι και δεν έβλεπες τη μύτη σου απ την ομίχλη του καπνού.
Ένας διάσημος θεριακλής αδελφός, ο Τσώρτσιλλ, όταν βομβαρδιζόταν το Λονδίνο, το πρώτο που ρώταγε ήταν αν χτυπήθηκαν οι αποθήκες της Ντάνχιλλ.
Η μύηση στο βαθμό των Ιπποτών του Ναού είναι συγκλονιστική αλλά και κοπιώδης.
Γύρω στις έξι ώρες κρατά η πορεία των ταπεινών προσκυνητών, μέχρι να ομόσουν πενία και να πιούν απ την κούπα.
Όρθιοι, σε ετοιμότητα και ατσίγαροι.
Σκληρό πράμα.
Έτσι για να αποφευχθούν οι απουσίες και υποστηριχθεί ο βαθμός, ανεπίσημα και χωρίς να το προβλέπει το τυπικό, όλο και κάποιες διακοπές γίνονται, τάχατες για να αλλάξουν ρούχα, μα στην πραγματικότητα για να ρουφήξουν κανένα τσιγαράκι μαζί με το Γιαννάκη το αλάνι και γίνεται η Στοά μαζί με τα λιβάνια και τα θυμιατά ωσάν τούρκικος τεκές γεμάτος με φιγούρες χωρίς φέσια και σαλβάρια αλλά με μανδύες, σταυρούς και σπάθες.
Σουρεάλ ντιπ για ντιπ.
Τα τελευταία χρόνια, στα δείπνα όλο και σκάνε μύτη κάτι ξενέρωτοι αδελφοί που δήθεν τους πειράζει ο καπνός και αρχίζουν τα “να καθήσω εκεί που δεν καπνίζουν” και τα τοιαύτα σπαστικά.
Δεν τους πειράζει το φούμο που καταπίνουν στην Ακαδημίας δέκα ώρες την ημέρα, το τσιγαράκι τους πειράζει.
Και μετά, για να εκδηλώσουν ολόκληρη τη χαιρεκακία τους, αρχίζουν την διάλεξη για το πόσο σε βλάπτει το κάπνισμα, ενώ το μόνο που σε βλάπτει εκείνη τη στιγμή είναι η αφόρητη μαλακία τους, και για να συνέλθεις ρουφάς τρία στη σειρά.
Θυμάμαι μια φορά γύρω στα 1980 που μ' είχε καλέσει ο Τάκης στον Σκενδέρμπεη και στο τραπέζι κάθησα δίπλα στον Δοντά, τον γιατρό, φανατικό αντικαπνιστή, που μόλις με είδε με το τσιγάρο στο χέρι έπαθε υστερικό παραλήρημα κι άρχισε να μου τσαμπουνά για μαύρα πλεμόνια και τα τοιαύτα, ενώ καταβρόχθιζε κάτι ξεγυρισμένες γαρδούμπες, που έπλεαν μέσα σ’ ένα βρωμόλαδο.
Μα θες γιατί ήμουν κουλ αφού με είχαν χαλαρώσει οι πρώτες ρουφηξιές, θες γιατί ήμουν καλεσμένος του Τάκη, που υπερακόντιζε για την αξιοθαύμαστη ευεξία του, που τον καθιστούσε πρωταγωνιστή σε κάθε είδους σκι, σαφάρι και λοιπά αριστοκρατικά σπορ, επέβαλα εις εαυτόν ευπρέπεια, τηρήσας μυητική σιγή και ομόσας ταχείαν συμμόρφωσιν.
Μα πριν προλάβω να απολαύσω τις επιδοκιμασίες της ψυχραίμου υποκρισίας μου, νάσου και εισέρχεται μετά της κουστωδίας του ο και προσφωνηθείς ως Μέγας Αρχιτέκτων του Σύμπαντος, ενδοξότατος Μέγας Διδάσκαλος, φίλτατος αδελφός Γεώργιος Σεργόπουλος, αριστοκρατικά γκαυκώπις και μεγαλειωδώς προγάστωρ, κραδαίνων ζωηρώς πουράκλαν παχείαν και ευμεγέθη, ως το στειλιάρι των δοκιμαστών.
Αυτός είναι Ο Μεγάλος Διδάσκαλος αναφώνησε το πλήθος, πρωτοστατούντων των παρακαθημένων μου, οι οποίοι εκτιναχθέντες με αξιοσημείωτον ρώμην και δεξιότητα- μη καπνισταί γαρ- διαγκωνίσθηκαν λυσσωδώς, να τον υποδεχθούν.
Μασονικοί Συβηλλισμοί, απάντησα στον διάπορο αιφνιδιασμό μου.
Το τσιγαράκι είναι περίπου σαν τα αξιώματα.
Το λοιδωρούν αλλά και το λιμπίζονται συνάμα.
Πάντοτε βλάπτει τους άλλους και ενίοτε τον φέροντα.
Άσε που αν το αρχίσεις, δύσκολα κόβεται.
Αλλά και από τα δηλωτικότερα σύμβολα εξουσίας και κοινωνικού στάτους, ανάλογο της μοναρχικής ράβδου και μάλιστα όσο μεγαλύτερο είναι, τόσον αναβιβάζει τον φέροντα εις την ιεραρχικήν πυραμίδα.
Άφιλτρο τσιγαράκι ο λαός, πουράκλα τ' αφεντικά.
Το βέβαιο είναι ότι υπερέχει των αξιωμάτων καθώς σου προσφέρει συγκέντρωση, χαλάρωση και ηρεμία, απ την οποία επωφελούνται κυρίως οι δήθεν βλαπτόμενοι, άλλως βλαμμένοι.
Ξέρετε πόσες πιέσεις, αγωνίες, καταθλίψεις, βιαιοπραγίες και άλλες οριακές καταστάσεις γλυτώνουν, λόγω της ηρεμίας που χαρίζει το κάπνισμα;
Ούτε η τάβλα – γιόγκα η ο 33ος βαθμός δεν σου προσφέρουν τόσο άμεσα και απλόχερα τα ψυχικά προνόμια, που δίνει το αποδιοπομπαίο τσιγαράκι.
Όταν το χάσουν το καταλαβαίνουν και οι πρώτοι που υποδέχονται τις βλαπτικές συνέπειες του κοψίματος είναι οι απρόνοες επικριτές του καπνίσματος.
Τότε θ' αρχίσει η νευρικότητα, τα ξεσπάσματα, οι υστερίες, το σαβούρωμα, τα κομποσχοίνια και οι προσευχές, αλλά και οι διαλέξεις περί μετανοησάντων και σεσωσμένων αμαρτωλών και άλλα βολικά υποκατάστατα του ανθυγιεινού παρελθόντος, που καθίσταται πλέον αποτρόπαιον όσο, η παρούσα υγιής κατάσταση αντιλαμβάνεται ότι αδυνατεί να αντιμετωπίσει την νευρική αβεβαιότητα και την βεβαία ευτέλεια του ανθυγιεινοτάτου, εν τέλει, μέλλοντος.
Ωραία κόψαμε το τσιγάρο και χώσαμε στη μούρη μας πέντε κινητά και δέκα μπλουτουθ, για να μας δώσουν την καλή ζωή και να κάνουν τα νεύρα μας τσατάλια.
Με φαντάζεσθε να ξυπνάω χαράματα απ’ το δαιμονισμένο θόρυβο του Νόκια και να ακούω την Έφη να ωρύεται γιατί ξέχασα να πληρώσω τα τέλη του ζυγού αυτοκινήτου της κόρης μας και τώρα αναγκάζεται, το γλυκό μου, να πάρει το πεντάλιτρο τζιπ του μικρού.
Ποιά νομίζετε ότι θα είναι η πρώτη κίνηση μου, μετά το βρισίδι που θ' ακούσει όλο της το σόι;
Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010
Sunborn ο Σαμοθρακιος
Αυτό το ιστολόγιο
Με σύνδεση από εδώ
ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ
Ο ιστός
Αυτό το ιστολόγιο |
Με σύνδεση από εδώ |
ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ |
Ο ιστός |
Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010
Το Μυστικό Του Μαγνήτη Της Καρδιάς 10
Δέκατο Μυστικό
"Η σημαντικότερη χρονική στιγμή της ζωής σας είναι το τώρα! Ό,τι αισθάνεστε και σκέφτεστε τώρα, διαμορφώνει το μέλλον σας".
* Όσο περισσότερο ζείτε στο παρελθόν ή με το παρελθόν να σας βαραίνει, τόσο περισσότερο βυθίζεστε ξανά και ξανά σε παλιά συναισθήματα. Έτσι, δημιουργείτε στο μαγνήτη σας μια δύναμη έλξης η οποία τραβάει ανθρώπους που θέλουν να ζουν αυτά τα παλιά συναισθήματα μαζί σας. Αναπαράγουν διαρκώς το παρελθόν σας στο μέλλον, σαν ένας κλειστός κύκλος. Το αποτέλεσμα που αφήνει στον συγκεκριμένο τομέα της ζωής, θυμίζει ένα χάμστερ πάνω στη ρόδα του. Μπορείτε να τρέχετε όσο αργά ή γρήγορα θέλετε...αλλά παραμένετε διαρκώς πάνω σε μια ρόδα.
* Ζήστε τη ζωή σας ολοένα και περισσότερο στο τώρα! Αποφασίστε και ενεργήστε ορμώμενοι κυρίως από το παρόν. Αυτό που χρειάζεστε είναι πίστη στον δρόμο της ζωής σας και μια επιπλέον δυνατότητα να παίρνετε αποφάσεις χωρίς να πρέπει συνεχώς να καταφεύγετε στο παρελθόν για συμβουλές.
* Στην καθημερινή ζωή, συνήθως μια προφανής λογική απόφαση είναι στην ουσία μια συναισθηματική απόφαση. Ξεκινάει με τον στοχασμό της λογικής. Η λογική ζυγιάζει τις εμπειρίες με το να θυμάται ό,τι έχει ακούσει, διαβάσει , μάθει και βιώσει. Αυτό στην ουσία δεν είναι κάτι λογικό αλλά κάτι πέρα για πέρα συναισθηματικό, αφού καθεμια από αυτές τις μικρές ιστορίες και τις εσωτερικές κινηματογραφικές ταινίες γεννά συναισθήματα. Και αυτά τα συναισθήματα λένε: "καλό" ή "κακό", χαρά ή φόβος, δύσκολο ή εύκολο.
* Επιπρόσθετα, η λογική διαθέτει μόνο ένα πολύ συγκεκριμένο ρεπερτόριο σε πραγματικά γεγονότα, τα οποία απορρέουν όλα ανεξαιρέτως από το παρελθόν. Οι περισσότερες πληροφορίες είναι τρόπον τινά απαρχαιωμένες. Κάθε φορά που αποφασίζει η λογική, αποφασίζει το παρελθόν. Μόνο μια ελάχιστη ιδέα θάρρους - να διαπράξεις μια απερισκεψία στο πλαίσιο μιας τέτοιας απόφασης - ανταμείβεται με αυτό που ονομάζουμε νέο βίωμα.
* Το συνειδητό επεξεργάζεται, σύμφωνα με εκτιμήσεις, περίπου πενήντα ελάχιστες μονάδες πληροφόρησης (bits) ανά δευτερόλεπτο. Σχετικά αργά, και ο όγκος των πληροφοριών μικρός, γι' αυτό και είστε σε θέση να σκεφτείτε το αποτέλεσμα και να το εκφράσετε ρητά με λόγια. Αντίθετα, το υποσυνείδητο λειτουργεί με πολλά εκατομμύρια bits το δευτερόλεπτο. Μέσα στο χρόνο που χρειάζεται η λογική σας για να μετρήσει μέχρι το δέκα, η διαίσθηση σας έχει ήδη έτοιμη τη λύση και είναι σε θέση να σας τη γνωστοποιήσει. Ίσως όμως να μη μπορείτε να την ακούσετε γιατί η λογική σας είναι απασχολημένη με το να μετράει ως το δέκα και έτσι δεν καταλήγει σε καμία πρακτική λύση. Αντί να ακούσει τη διαίσθηση, ξεκινάει να ξαναμετράει από την αρχή γιατί έχει την υποψία ότι έκανε λάθος στο μέτρημα.
* Διαθέτετε εκ φύσεως την τεράστια ικανότητα της διαίσθησης. Δε χρειάζεται να κάνετε τίποτα επ' αυτού. Το μόνο που χρειάζεται είναι να αρχίσετε να την ακούτε αλλά και αυτό είναι απλό: αναρωτηθείτε, αναζητήστε μέσα σας, κάντε μια δοκιμή και ελέγξτε την ορθότητα της. Είναι σαν να μαθαίνετε μια γλώσσα.
* Αν αυτό είναι εφικτό, μη μεταθέτετε τη ζωή σας στο αβέβαιο μέλλον, Είναι συχνά ένας τρόπος φυγής. Τα συναισθήματα περιμένουν να τα ζήσετε εδώ και τώρα, είναι σαν μικρά παιδιά - αν τους τάζετε φρούδες υποσχέσεις μετά δυσαρεστούνται. Ή πολύ απλά μετά είναι πολύ αργά...
* Το νόημα της συνειδητοποίησης ότι η αγάπη δε γνωρίζει ούτε παρελθόν ούτε μέλλον είναι να νιώσουμε και να δεχτούμε στο εδώ και τώρα το πώς είμαστε και τι συμβαίνει. Όσο περισσότερο μπορέσετε να αγαπήσετε τώρα και να απολαύσετε αυτό που έχετε - γιατί είναι το μοναδικό πράγμα που έχετε στα σίγουρα - τόσο μεγαλύτερη ευτυχία θα νιώστετε και θα ακτινοβολήσετε.
* Να ρωτάτε ήρεμα τη λογική σας αλλά να ακούτε περισσότερο τα συναισθήματα σας. Έτσι, θα βρείτε τον δικό σας δρόμο, που θα σας οδηγήσει σε μια ολοκληρωμένη ζωή σε όλα τα επίπεδα.
Καλό ταξίδι!
Ruediger Schache
ΠΑΤΡΙΣ (ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ)
| Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΚΑΙ Ο ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ H περί πατρίδας πολιτική αντίληψη των κλασικών Ελλήνων και η νεώτερη προπαγανδιστική διαστροφή της σε “πατριωτισμό”, “εθνική ενότητα” και “ομοψυχία” Οι Έλληνες δεν μάχονταν για «ιδέες», «ιδανικά» και άλλες ιδεολογικοποιημένες (αυτ)απάτες, αλλά για απόλυτα καθορισμένες και χειροπιαστές σημασίες, όπως η πόλη - πατρίδα. Η τελευταία σε πλήρη αντίθεση με τον σημερινό συσκοτισμό της (βλ. «έθνος - κράτος») δεν ήταν μια ιδεολογική αφαίρεση· ήταν πρωταρχικά μια αυτοκυβερνώμενη ανθρώπινη κοινότητα, η οποία αυτοπροσδιοριζόταν βιολογικά (κοινός γεννήτορας και πρόγονοι), χρονικά (κοινή ιστορική διαδρομή), συνειδησιακά (κοινά έθιμα, θεσμοί, σημασίες κ.λπ.) και, μόνο δευτερευόντως, γεωγραφικά. Ο γεωγραφικός προσδιορισμός της πατρίδας φαίνεται, ότι ιεραρχείτο ως δευτερεύων, αφού αρκετές φορές υποχωρούσε υπό το βάρος άλλων, κοινωνικών, πολιτικών κ.ά. παραγόντων. Οι αναρίθμητες αποικίες των Ελλήνων ιδρύθηκαν σε περιοχές, όπου αυτοί δεν μπορούσαν να επικαλεστούν κανένα γεωγραφικό παρελθόν και οι νέες ελληνικές πόλεις εγκαθιδρύθηκαν βασισμένες αποκλειστικά στους άλλους παράγοντες. Επίσης ο Θεμιστοκλής θεωρούσε δευτερεύοντα τον γεωγραφικό προσδιορισμό της Αθήνας, όταν απείλησε, πως άν οι υπόλοιποι Έλληνες δεν επιθυμούσαν να δώσουν ναυμαχία στη Σαλαμίνα, οι Αθηναίοι θα πήγαιναν να ξαναϊδρύσουν την πόλη τους στην Ιταλία. Βλ. επίσης τη ρήση στον Θουκυδίδη «άνδρες γαρ πόλις» («η πόλη είναι οι άνδρες της», Ζ΄ 77,) δηλαδή οι πολίτες της, που φέρουν παντού και πάντα την πολιτική τους διαπαιδαγώγηση και με αυτόν τον τρόπο δίνουν ύπαρξη στη πόλη. Αλλά και γενικότερα οι Έλληνες δεν προσδιόριζαν την πόλη-πατρίδα με γεωγραφικούς όρους, αφού έλεγαν π.χ. «οι Αθηναίοι», ή «οι Κορίνθιοι» και ποτέ «η Αθήνα», ή «η Κόρινθος». Ήταν, κατά συνέπεια, κάτι απολύτως συγκεκριμένο, για το οποίο άξιζε να πεθάνει κάποιος, ακριβώς επειδή δέν άξιζε να ζει χωρίς αυτό.
Ακόμα και η παραδοσιακή ομηρική έννοια της εξιδανικευμένης πολεμικής δόξας, απέκτησε στην κλασική εποχή υλικό σημείο αναφοράς: οι πεσόντες, π.χ. του Μαραθώνα, θεωρούνται πλέον δοξασμένοι ήρωες, όχι απλώς επειδή πολέμησαν γενναία, αλλά γιατί πολέμησαν για χειροπιαστά πράγματα, π.χ. για την πολιτική κοινότητά τους. Αλλά και από την Ιλιάδα (Β΄ 212 κ.ε.) δεν λείπει το πρωτόλειο μιας υλιστικής και πολιτικής αντίληψης περί πολέμου. Ο Θερσίτης, ένας συνηθισμένος πολεμιστής, που θέλει να επιστρέψουν οι Αχαιοί στην Ελλάδα αντί να συνεχίσουν τον πόλεμο, απευθύνεται με παρρησία στον Αγαμέμνονα λέγοντάς του, ότι: «οι σκηνές σου είναι γεμάτες από χαλκό και γυναίκες, εκλεκτά λάφυρα, που εμείς οι Αχαιοί σου δίνουμε όποτε κατακτάμε μια πόλη. Είσαι άπληστος για το χρυσάφι, που οι αλογάρηδες Τρώες θα σου φέρουν ως λύτρα για τον γιό τους, που εγώ, ή κάποιος άλλος Αχαιός θα αιχμαλωτίσει; Ή για κάποια γυναίκα που θα κοιμάσαι μαζί της και θα κρατάς μόνο για τον εαυτό σου;» Στη συνέχεια λέει, ότι είναι ανάρμοστο να παρατείνεται ο πόλεμος μόνο και μόνο για να οικειοποιείται ένας βασιλιάς τη μερίδα του λέοντος από τα λάφυρα. Ο Θερσίτης, σαν συνειδητοποιημένος πολίτης, απαιτεί να έχει λόγο στα τής εκστρατείας, στην πορεία της, στη διανομή των ωφελημάτων της κ.λπ..
Ακόμα και μετά τον πελοποννησιακό πόλεμο, όπου παρατηρείται μια όξυνση των κοινωνικών συγκρούσεων εντός των εξασθενημένων πόλεων και όπου η κοινωνική συνοχή τίθεται συχνά υπό αίρεση, οι Έλληνες παραμένουν υποψιασμένοι πολίτες και δεν συγκινούνται από καμμιά υποκριτική επίκληση για κοινωνική ειρήνη στο όνομα δήθεν της πατρίδας-πόλης. Εξ άλλου τέτοιου είδους επικλήσεις είναι ανύπαρκτες στην ελληνική αρχαιότητα: η όποια επίκληση της πατρίδας γινόταν πάντα συνοδεία επιχειρημάτων, όπως π.χ. στον Επιτάφιο του Περικλή. Σε κάθε άλλη περίπτωση (π.χ. τυραννίας, κοινωνικής ανισότητας κ.λπ.) η στάσις (και ό,τι αυτή συνεπαγόταν, π.χ, τον φόνο «συμπολιτών» - αρπακτικών δηλαδή, ομοεθνών) θεωρείται όχι μόνο δικαιολογημένη, αλλά και αυτονόητη (σε πλήρη αντίθεση με τη σημερινή εποχή, όπου θεωρείται σεμνότυφα «εθνική προδοσία» -σημειωτέον, ότι για «εθνική προδοσία» δεν είχαν κατηγορηθεί ούτε οι μηδίσαντες Έλληνες). Tα αρχαία πολιτικά συγγράμματα πραγματεύτηκαν το φαινόμενο της στάσεως, χωρίς υποκρισία, ως προϊόν της κοινωνικής ανισότητας (βλ. Αριστοτέλους, Πολιτικά,V,1301 a25-1301 b 18. Αλλά και Αινεία Τακτικού, Πολιορκητικά XIV, 1). Οι αρχαίοι Έλληνες διέθεταν ανέκαθεν πλήρη επίγνωση, ότι αποτελούν έθνος με κοινή καταγωγή, γλώσσα, πολιτισμό κ.λπ.. Ωστόσο, αυτό δεν τους έλεγε και πολλά πράγματα από πολιτικής πλευράς. Γνώριζαν, ότι η κοινωνική συνοχή απαιτεί πολύ περισσότερα πράγματα από απλοϊκές ιδεολογικές καταφυγές σε κάποιο «κοινό αίμα» κι ότι εξασφαλίζεται μόνο εάν η έμφαση δοθεί στο πολιτικό μέρος τού προβλήματος. Ο ελληνικός πολιτικός στοχασμός αναδύθηκε από αυτό ακριβώς το «κοινό αίμα», που έχυναν αλύπητα οι Έλληνες στις μεταξύ τους «αντεθνικές» συγκρούσεις και, κυρίως, στον συχνό κοινωνικό πόλεμο εντός των πόλεων. Η κοινή εθνική καταγωγή μπορεί να βοηθήσει στην κοινωνική συνοχή, αλλά δεν μπορεί ούτε να τη δημιουργήσει, ούτε να την διατηρήσει. Γνώριζαν, ότι η επίκληση της κοινής καταγωγής δεν επαρκεί για να αποτρέπει τις κοινωνικές συγκρούσεις κι ότι ήταν επισφαλής βάση, ώστε να θεμελιώσουν επάνω της την πολιτική τους αναζήτηση και πρακτική. Αυτό το έκανε πολύ αργότερα ο νεώτερος Εξουσιασμός επινοώντας το φαιδρό υβρίδιο του «έθνους-κράτους». Το εθνοκράτος παγίωσε στη συλλογική συνείδηση μια αποϊεροποιημένη και χυδαία εδαφική/συνοριακή αντίληψη της πατρίδας. Στην αρχαία ελληνική πόλη η στράτευση γινόταν περισσότερο αντιληπτή ως τιμή παρά ως υποχρέωση. Αυτό συνέβαινε, διότι ο στρατός ήταν στρατός πολιτών και όχι υπηκόων, ή σκλάβων. Οι οπλίτες/πολίτες, σε αντίθεση με σήμερα, είχαν μια πραγματική -και όχι ιδεολογική- πατρίδα να υπερασπίσουν: π.χ. ως άτομα είχαν ολοκληρωμένη πολιτική οντότητα και όχι τα σημερινά καχεκτικά «πολιτικά δικαιώματα».
Η ρίζα αυτής τής εντελώς αντιιδεολογικής αντίληψης περί πατρίδας, πολέμου και στρατού είναι κοινή τόσο στους αρχαίους, όσο και στους νεώτερους. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ανθρώπους, που γνωρίζουν γιατί πολεμούν και δεν έχουν πέσει θύματα ιδεολογικοποιημένης εξαπάτησης. Παρά την έλλειψη μόρφωσης των Κλεφτών, ο πόλεμός τους είχε πάντα ως κυρίαρχη μια ενστικτώδη υγιή πολιτική διάσταση, αντί για μια περιορισμένη και νεφελώδη «εθνική» και εδαφική. Γαλουχημένοι με κείμενα όπως η συναρπαστική Ελληνική Νομαρχία τού Ανωνύμου του Έλληνος, οι εξεγερμένοι του 1821 ένιωθαν, ότι «Πατρίς είναι μια λέξις, διά της οποίας όλοι κοινώς εννοούσι την γην, εις ήν εγεννήθησαν, οι μόνον ελεύθεροι όμως δύνανται να καταλάβωσι τήν μεγάλην αυτής σημασίαν, και δια τούτο οι δούλοι αδιαφόρως προφέρουσι τοιούτον όνομα […] Τα ονόματα αγαπητοί μου, λαμβάνουν την σημασίαν από την ιδιότητα των πραγμάτων, εις τα οποία αναφέρονται. Όθεν, αν τινάς δεν γνωρίζει το πράγμα εις ουδέν του χρησιμεύει η ονομασία του. Και καθώς ο εκ γενετής αόμματος, προφέροντας τα ονόματα των χρωμάτων ουδέν εννοεί, επειδή δεν είδε ποτέ τα χρώματα, ούτως και οι νυν Έλληνες με το «Πατρίς» άλλο δεν εννοούσι ειμή τήν γην εις την οποίαν εγεννήθησαν, επειδή τούς λείπει η ελευθερία […] Ω! πόσον διαφέρομεν από τους προγόνους μας οι ταλαίπωροι! […] Η λέξις «Πατρίς» ερέθιζε εις την ενθύμησιν τών προγόνων μας όλας τας ιδέας τών καλών της ελευθερίας και όλην την ευδαιμονίαν της ζωής των.»
* * * Γι΄ αυτό ένας πολίτης, που θέλει να είναι πραγματικά τέτοιος, άν ποτέ κληθεί να πολεμήσει, είναι απαραίτητο να αναρωτηθεί ποιός και γιατί πραγματικά τού ζητά να το κάνει. Κι ας διεξάγει όπως μπορεί τον δικό του αντιιδεολογικό πόλεμο. Στην πράξη αυτό μόνο με έναν τρόπο μεταφράζεται: μετατροπή του ιδεολογικοποιημένου «εθνικού» πολέμου σε υλιστικό κοινωνικό, δηλαδή, κατά την απατηλή ορολογία του εθνοκράτους, σε «εμφύλιο», ή «ανταρσία» (ή στα αρχαία ελληνικά στάση). Δηλαδή ταυτόχρονος πόλεμος όσων θέλουν να λέγονται πολίτες, εναντίον, τόσο των «εξωτερικών» όσο και (κυρίως) των εσωτερικών εχθρών - εξουσιαστών της κοινωνίας. Μια σύρραξη με έναν «εξωτερικό» εχθρό, είναι πάντα μια καλή ευκαιρία να διευθετηθεί γρήγορα και εύκολα όλη η ανώμαλη κοινωνική κατάσταση, στην οποία ζούν αλαζονικά επαναπαυμένα τα κοινωνικώς κυρίαρχα παράσιτα. Έτσι οι νικητές του κοινωνικού πολέμου θα έχουν αποκτήσει μια πραγματική (και όχι ιδεολογική) πατρίδα για να υπερασπίσουν. Η θέση περί μετατροπής των «εθνικών» πολέμων σε κοινωνικούς αποτελεί μια μεγάλη συνεισφορά της κλασικής πολιτικής σκέψης, που εγκαινίασαν οι ελληνικές δημοκρατίες, διαμέσου της Γαλλικής Επανάστασης και του επαναστατικού σοσιαλισμού του 19ου αιώνα. Θεόδωρος Α. Λαμπρόπουλος |
Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010
...Όμως όχι!Εναπόκειται σε ανθρώπους θεικής καταγωγής να διακρίνουν το λάθος και να δουν την αλήθεια. Η Φύση τους υπηρετεί...
...Εσύ που το έχεις κατανοήσει,σοφέ και ευτυχισμένε άνθρωπε,χαλάρωσε στο λιμάνι του.Τήρησε όμως τους νόμους μου,μένοντας μακριά από τα πράγματα τα οποία πρέπει να φοβάται η ψυχή σου,κάνοντας τη σωστή διάκριση,αφήνωντας την ευφυία να κυριαρχήσει στο σώμα.
Έτσι ώστε ανεβαίνοντας στον ακτινοβόλο αιθέρα μεταξύ των αθανάτων και ο ίδιος θα είσαι Θεός.
ΧΡΥΣΑ ΕΠΗ ΤΟΥ ΠΥΘΑΓΟΡΑ
Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010
Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2010
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


