Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

Ας το κοψουμε λοιπον


ΦΟΥΜΑΡΟΝΤΑΣ

Αναδημοσίευση του άρθρου του φιλτ:.  αδ:. Δημοσθένη Δημόπουλου 

(από το www.masonicforum.gr)

Μεγάλη υπόθεση το τσιγάρο.
Και πάνε να μας το κόψουνε, με νόμο, κάτι τύποι έξαλλοι, υγιειονομανείς με σωτηριολογικές εμμονές.
Βρε αϊ σιχτίρ από δω, που θα μου στερήσετε τη συντροφιά και το παρεάκι μου.
Θα φουμάρω έως δευτέρας παρουσίας. Και βάλε...
Τι αρχάγγελος και τι πρώτος δοκιμαστής, το τσιγαράκι πέρασε μαζί μου δυσκολίες, έγνοιες κι αγωνίες και ποτέ δεν με εγκατέλειψε.
Μα σε λύπη, μα σε χαρά ήταν κοντά μου για να γλυκαίνει τον πόνο και να χαίρεται στη χαρά μου.
Μαζί πουλήσαμε το πρώτο αντριλίκι, αμούστακα ακόμα και μαζί γευτήκαμε την γλυκειά χαλάρωση μετά τον έρωτα.
Αλήθεια υπάρχει τίποτε καλλίτερο που μπορείς να κάνεις αμέσως μετά από ένα ωραίο κρεβάτι;
Αλλά και πως θα αντιμετωπίσεις αποτελεσματικότερα μια χυλόπιτα από το να την εξομολογηθείς στο μόνο σύντροφο, που πάντα άκουγε τους καημούς και τους αναστεναγμούς σου, υπομονετικά, χαρίζοντάς σου μυρωδάτη ηρεμία και ευωδιαστό αποκούμπι.
Κι έρχομαι στον κάματο και τον πόνο της σωματικής δουλειάς, όταν όλο το κορμί σου είναι σε ένταση και υποφέρει απ' τη συνεχή προσπάθεια, όταν τα γόνατα λύνονται, τα χέρια παραλύουν και σ' όλο το κεφάλι υπάρχει πόνος και μόνο πόνος.
Θυμάμαι όταν σκάβαν δίπλα στο σπίτι μου, για να περάσουν τους αγωγούς της ΕΥΔΑΠ, κάτι άντρακλες δυό μέτρα, όλη μέρα κάτω απ' τον καλοκαιριάτικο ήλιο, ιδρωμένοι, με το μαντήλι δεμένο στο κεφάλι, γυμνόστηθοι, με μια πέτσινη μεγάλη ποδιά, να χτυπούν εκείνο το φοβερό πράμα, το κομπρεσέρ, προσπαθώντας να σπάσουν το βράχο που έφραζε το δρόμο.
Στα πρώτα τριάντα λεφτά όλοι στο σπίτι είμασταν άρρωστοι, από το θόρυβο και μόνο.
Κι αυτοί οι μυθικοί ήρωες είχαν άλλες εφτά ώρες να υπομείνουν ήλιο, ζέστη, θόρυβο, τράνταγμα και την ακατάβλητη αντίσταση του βράχου.
Η γιαγιά μου κάθε λίγο με φώναζε και παίρναμε απ' το ψυγείο δυό- τρεις μπουκάλες νερό, λεμονάδες, πορτοκαλάδες, ταμ-ταμ και τις πηγαίναμε σ' αυτούς τους γίγαντες, που όταν μας έβλεπαν σταματούσαν και μας υποδέχονταν μ' ένα διάπλατο χαμόγελο, που φώτιζε το σκονισμένο τους πρόσωπο.
Έπαιρναν με ευγνωμοσύνη, τη μπουκάλα και την άδειαζαν μονορούφι ενώ εγώ εντυπωσιασμένος κοίταγα εκείνες τις μαυρισμένες και σκονισμένες χερούκλες με τα μακριά χοντρά δάχτυλα.
Κι αφού αφήναν έναν αναστεναγμό ικανοποίησης, λέγοντας ευχές κι ευχαριστίες, στέκονταν όρθιοι με το κομπρεσέρ ν' ακουμπά στους μηρούς τους, έβαζαν το χέρι στην κωλότσεπη κι έβγαζαν τον άσσο φίλτρο κασετίνα, που κάπνιζε κι ο πατέρας μου, και με μαγικό τρόπο έπιαναν από μέσα το τσιγαράκι, με τα χοντροδάχτυλά τους, για να το φέρουν τελετουργικά στο στόμα και να ακολουθήσει, με όλη την αρμόζουσα ιεροπρέπεια το άναμμα με το τσακμάκι η τα σπίρτα του μονοπωλίου.
Αξέχαστη η στιγμή της πρώτης ρουφηξιάς και της εκπνοής του καπνού με μελωδικό συριγμό, βλέποντας το βασανισμένο εκείνο πρόσωπο με τις βαθιές ρυτίδες να γλυκαίνει και το σώμα να χαλαρώνει αποδιώχνοντας την γενικευμένη ένταση του βασανιστηρίου.
Μαγεία.
Πολύ αποτελεσματικό αυτό το βοτάνι που καιγόταν, ρουφώντας το.
Μεγαλώναμε, ήρθε το διάβασμα, οι εξετάσεις και τα πανεπιστήμια.
Μωρέ ιεραπόστολοι οι δάσκαλοί μας κι άγια τα φροντιστήρια, μα τα αποτελεσματικότερα εργαλεία για να βάλεις τον απ αυτό σου πάνω στο βιβλίο και να καταλάβεις όλα εκείνα τα ατέλειωτα σπουδάματα, ήσαν και ευτυχώς παραμένουν το καφεδάκι και το τσιγαράκι.
Εξήμισυ ώρα ξύπναγα για να πάρω στις εφτά το πράσινο που θα με πήγαινε στο Σύνταγμα και να φθάσω στο ιστορικό και ένδοξο σχολειό μου, στο πρώτο πρότυπο γυμνάσιο αρρένων Αθηνών στην Πλάκα, ιδρυθέν το 1827.
Λίγο ν' αργούσα κι ο γυμνασιάρχης, ο φοβερός και τρομερός Φατσέας, ο Γάντζος όπως τον λέγαμε, θα με πέταγε με τις κλωτσιές έξω και μάλιστα με σαδιστική ευχαρίστηση αφού μου ταχε μαζεμένα, από τότε που 15χρονο μ' έπιασε στις τουαλέτες- το τουαλέτες σχήμα λόγου- να φουμάρω κάτι άφιλτρα τούρκικα με σήμα την παπαρούνα, που μας είχε μοιράσει ένας συμμαθητής και την επόμενη η μισή τάξη δεν πήγε σχολείο, υποφέροντας από ζαλάδες.
Η άλλη μισή, στο διάλειμμα, ήταν στις τουαλέτες και απολάμβανε τα γιελιντζίχ – τεκέλ- έτσι τα λέγανε- μέχρι που ο Γάντζος περνώντας απ’ έξω και βλέποντας τους καπνούς αναφώνησε με τη στριγκιά βραχνή φωνή του το περίφημο- μα τι καπνοί ειν' αυτοί, σουβλάκια ψήνουνε; - και μας την έπεσε και δυστυχώς έπεσε πρώτα πάνω μου.
Όλοι φάγανε τριήμερη αποβολή και μόνο εγώ έφαγα την εξαήμερη ολόκληρη για αυθάδεια, αφού όταν με ρώτησε γιατί καπνίζεις Δημόπουλε, του απάντησα με ύφος τσαγκό και με τα χέρια στις τσέπες της σαραντάποντης καμπάνας, «για τον ίδιο λόγο που καπνίζετε και σεις κύριε».
Εμ' τι περίμενε να του πω όταν τη στιγμή που με ρωτούσε, πρόβαλε με επιτηδευμένο κράτημα το Ντάνχιλλ, που μοσχοβόλαγε κοσμοπολίτικα.
Από τότε μας ένωσε το αμοιβαίο μίσος και καθημερινά σχεδόν μου την έστηνε στην είσοδο και μου έκανε σωματικό έλεγχο, για να με αποβάλλει θριαμβευτικά, όταν ανακάλυπτε το καρελάκι μου κρυμμένο στην κάλτσα.
Πάντα είχα πρόβλημα με άτομα που τ’ όνομά τους τέλειωνε σε -έας.
Θυμάμαι ένα απ' αυτά τα καθίκια, ένα που γνώρισα στον στρατό, Ταγματάρχης Λεκέας η κάπως έτσι, μια πιθαμή ανδροειδές νευρόσπασμα, που μου την έπεσε τέσσερις παρά δέκα το πρωί, Φλεβάρη με χιόνια, σε μια σκοπιά, στην ερημιά, στο νταμάρι εκτελέσεων στο Χαιδάρι και μου 'ριξε πέντε μέρες διότι “εκάπνιζε εν ώρα υπηρεσίας”.
Στη πραγματικότητα μου την έριξε γιατί όταν με παρατήρησε από μακριά, εγώ νομίζοντας ότι είναι κείνο το βρωμιάρικο, ο δεκανέας απ' τον Προυσσό, του φώναξα κάτι σχετικό με την ερωτική ζωή της θειάς του.
Με άφατη ικανοποίηση έμαθα ότι στην επόμενη ρίψη έπεσε πάνω σε κάτι αγκαθούρες κι έγινε σαν την Πίπη τη φακιδομύτη, το όρνεο.
Στη Νομική Σχολή, δόξα σοι το Κόμμα- τι ποιό κόμμα ρε, ένα είναι το κόμμα στα 18, τρία πράγματα ευδοκιμούσαν, πολιτική, έρωτας και τσιγαροκαφεδιά.
Κι από μαθήματα, κάτι ψιλό στα διαλείμματα των ατέλειωτων συνελεύσεων και της κομματικής δουλειάς.
Πολύ τσιγάρο αδελφάκι μου, για να συνταχθεί εκείνη η μπροσούρα για τη συμπαράσταση στους αγωνιστές του Φαραμπούτο Μαρτί.
Ούτε στην ολονυκτία, με τις ανέραστες Τροσκίστριες που φούμαραν σαν αραπάδες, με θέμα τον Πλεχάνοφ, και τις σεξιστικές αναφορές του στο συλλογικό προτσές της δημιουργίας της αισθητικής του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, που ρίχναμε τ' αποτσίγαρα σε κουβάδες.
Ο συχωρεμένος ο πατέρας μου ήταν μανιώδης καπνιστής.
Μ' ένα σπίρτο άναβε όλα τα τσιγάρα της ημέρας.
Και τους υστερικούς τους πληροφορώ ότι απήλθε ορθός και με το κουστουμάκι του στα 95 και ότι μέχρι τα 90 κυνηγούσε σε βουνά και λαγκάδια.
Τα παλιά κόκαλα ήσαν πολύ γερά.
Ορεινός, σοβαρός και λιτός, επέβαλε αυτόματα τον σεβασμό. Του μίλαγα στον πληθυντικό μέχρι τα 40 μου.
Τότε, δημιουργημένος πιά επαγγελματίας και οικογενειάρχης, πρωτοκάπνισα μπροστά του, ενώ με κοίταξε με κείνο το εκφραστικότατο βλέμμα των χιλίων αισθημάτων, με μια γρήγορη και ανεπαίσθητη ματιά συμπονετικής επιδοκιμασίας, καταδηλώνοντάς μου έτσι την ικανοποίησή του για τον συμβολικό αυτό σεβασμό, που του απέδωσα επί δεκαετίες, μη καπνίζοντας μπροστά του.
Είχαν περάσει πάνω από 20 χρόνια από τη βραδιά, που γυρνώντας στο σπίτι από μια σύναξη με τα συντρόφια, μπήκα αφηρημένος, κρατώντας τα ΚΑΡΕΛΙΑ μαζί με το ΡΙΖΟ, ενώ εκείνος, άψογος πάντα με το σκούρο κοστούμι και το κατάλευκο πουκάμισο, καθόταν ήσυχα στην πολυθρόνα απολαμβάνοντας, το άρθρο του φίλου του, του Σάββα του Κωνσταντόπουλου στον ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΚΟΣΜΟ.
Με καλησπέρισε αφηρημένα, αλλ' αμέσως ξανασήκωσε το κεφάλι του, αφήνοντας την εφημερίδα να πέσει στα πόδια του και χαμηλώνοντας τα γυαλιά του, στην άκρη της μύτης, κοίταξε ψυχρά και συγκεντρωμένα αυτά που κρατούσα.
Σηκώθηκε αποφασιστικά και ήλθε μπροστά μου, λέγοντας, “αυτά να μην τα ξαναφέρεις στο σπίτι μου”, ενώ ταυτόχρονα μου έριξε ένα δυνατό φούσκο στη μύτη, που άνοιξε κι έτρεχε ποτάμι.
Με πέταξε έξω μεσ' τη νύχτα κλοτσηδόν κι όταν σε λίγο ήρθε η μάνα μου τρέμοντας, της είπα με παράπονο “μα βρε μαμά, πως κάνει έτσι για το τσιγάρο. Όλοι οι συμφοιτητές μου καπνίζουν”, για να πάρω έκπληκτος την απάντηση. «Τί τον ήθελες το Ριζοσπάστη βρε παιδάκι μου, κρύφτον, αφού ξέρεις ότι ο πατέρας σου είναι φανατικός αντικομμουνιστής, Βασιλικός ως το κόκκαλο, δεν έστελνε ούτε τσιγάρο στον αγαπημένο του αδελφό στη Μακρόνησο, για να τον αναγκάσει να υπογράψει και στο χω πει πολλές φορές, μην πηγαίνεις στον μπάρμπα σου τόσο συχνά».
Οι Τέκτονες κατά κανόνα είναι θεριακλήδες.
Εδώ ο λίθος είναι γρανιτένιος και η παράδοση των απολαύσεων αντιστοιχεί στην κοπιώδη ηθική άσκηση και την απόρριψη των μετάλλων.
Εξ άλλου κι ο καπνός είδος θυμιάματος είναι χρησιμοποιούμενος μάλιστα για τον ίδιο σκοπό δηλ. την ευχάριστη διέγερση του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Τα τεκτονικά δείπνα, οι αγάπες και τα γλέντια παραδοσιακά είχαν πολύ φαί, άφθονο αλκοόλ και κάπνισμα παντός καιομένου και ευωδιαστού.
Μετά από τον πνευματικό κάματο και τις μυητικές συγκινήσεις η ισορροπία αποκαθίσταται με γήινες απολαύσεις, που συνήθως εκτρέπονται σε εκτονωτικές κραιπάλες.
Έχουν μείνει στην ιστορία τα λουκούλλεια δείπνα και οι κρασοκατανύξεις των αδελφών, που τάραζαν την ησυχία και την χρηστότητα των περιοίκων.
Εκείνος ο ζωγραφικός πίνακας του Χόγκαρθ, με τίτλο «Η ΝΥΧΤΑ», μαστιγώνει “τας υπερλυσσώσας απολαύσεις της ζωής εις τας Στοάς”
Άκου φίλε μου περιγραφή..... “υπερλυσσώσαι απολαύσεις” Τύφλα νάχει ο ντε Σαντ κι ο Λαμετρί. Τέκτονες και τα δυό μου.
Εξ άλλου στα καπηλειά συνεδρίαζαν οι στοές, άντε και σε κανένα σαλόνι και δεν έβλεπες τη μύτη σου απ την ομίχλη του καπνού.
Ένας διάσημος θεριακλής αδελφός, ο Τσώρτσιλλ, όταν βομβαρδιζόταν το Λονδίνο, το πρώτο που ρώταγε ήταν αν χτυπήθηκαν οι αποθήκες της Ντάνχιλλ.
Η μύηση στο βαθμό των Ιπποτών του Ναού είναι συγκλονιστική αλλά και κοπιώδης.
Γύρω στις έξι ώρες κρατά η πορεία των ταπεινών προσκυνητών, μέχρι να ομόσουν πενία και να πιούν απ την κούπα.
Όρθιοι, σε ετοιμότητα και ατσίγαροι.
Σκληρό πράμα.
Έτσι για να αποφευχθούν οι απουσίες και υποστηριχθεί ο βαθμός, ανεπίσημα και χωρίς να το προβλέπει το τυπικό, όλο και κάποιες διακοπές γίνονται, τάχατες για να αλλάξουν ρούχα, μα στην πραγματικότητα για να ρουφήξουν κανένα τσιγαράκι μαζί με το Γιαννάκη το αλάνι και γίνεται η Στοά μαζί με τα λιβάνια και τα θυμιατά ωσάν τούρκικος τεκές γεμάτος με φιγούρες χωρίς φέσια και σαλβάρια αλλά με μανδύες, σταυρούς και σπάθες.
Σουρεάλ ντιπ για ντιπ.
Τα τελευταία χρόνια, στα δείπνα όλο και σκάνε μύτη κάτι ξενέρωτοι αδελφοί που δήθεν τους πειράζει ο καπνός και αρχίζουν τα “να καθήσω εκεί που δεν καπνίζουν” και τα τοιαύτα σπαστικά.
Δεν τους πειράζει το φούμο που καταπίνουν στην Ακαδημίας δέκα ώρες την ημέρα, το τσιγαράκι τους πειράζει.
Και μετά, για να εκδηλώσουν ολόκληρη τη χαιρεκακία τους, αρχίζουν την διάλεξη για το πόσο σε βλάπτει το κάπνισμα, ενώ το μόνο που σε βλάπτει εκείνη τη στιγμή είναι η αφόρητη μαλακία τους, και για να συνέλθεις ρουφάς τρία στη σειρά.
Θυμάμαι μια φορά γύρω στα 1980 που μ' είχε καλέσει ο Τάκης στον Σκενδέρμπεη και στο τραπέζι κάθησα δίπλα στον Δοντά, τον γιατρό, φανατικό αντικαπνιστή, που μόλις με είδε με το τσιγάρο στο χέρι έπαθε υστερικό παραλήρημα κι άρχισε να μου τσαμπουνά για μαύρα πλεμόνια και τα τοιαύτα, ενώ καταβρόχθιζε κάτι ξεγυρισμένες γαρδούμπες, που έπλεαν μέσα σ’ ένα βρωμόλαδο.
Μα θες γιατί ήμουν κουλ αφού με είχαν χαλαρώσει οι πρώτες ρουφηξιές, θες γιατί ήμουν καλεσμένος του Τάκη, που υπερακόντιζε για την αξιοθαύμαστη ευεξία του, που τον καθιστούσε πρωταγωνιστή σε κάθε είδους σκι, σαφάρι και λοιπά αριστοκρατικά σπορ, επέβαλα εις εαυτόν ευπρέπεια, τηρήσας μυητική σιγή και ομόσας ταχείαν συμμόρφωσιν.
Μα πριν προλάβω να απολαύσω τις επιδοκιμασίες της ψυχραίμου υποκρισίας μου, νάσου και εισέρχεται μετά της κουστωδίας του ο και προσφωνηθείς ως Μέγας Αρχιτέκτων του Σύμπαντος, ενδοξότατος Μέγας Διδάσκαλος, φίλτατος αδελφός Γεώργιος Σεργόπουλος, αριστοκρατικά γκαυκώπις και μεγαλειωδώς προγάστωρ, κραδαίνων ζωηρώς πουράκλαν παχείαν και ευμεγέθη, ως το στειλιάρι των δοκιμαστών.
Αυτός είναι Ο Μεγάλος Διδάσκαλος αναφώνησε το πλήθος, πρωτοστατούντων των παρακαθημένων μου, οι οποίοι εκτιναχθέντες με αξιοσημείωτον ρώμην και δεξιότητα- μη καπνισταί γαρ- διαγκωνίσθηκαν λυσσωδώς, να τον υποδεχθούν.
Μασονικοί Συβηλλισμοί, απάντησα στον διάπορο αιφνιδιασμό μου.
Το τσιγαράκι είναι περίπου σαν τα αξιώματα.
Το λοιδωρούν αλλά και το λιμπίζονται συνάμα.
Πάντοτε βλάπτει τους άλλους και ενίοτε τον φέροντα.
Άσε που αν το αρχίσεις, δύσκολα κόβεται.
Αλλά και από τα δηλωτικότερα σύμβολα εξουσίας και κοινωνικού στάτους, ανάλογο της μοναρχικής ράβδου και μάλιστα όσο μεγαλύτερο είναι, τόσον αναβιβάζει τον φέροντα εις την ιεραρχικήν πυραμίδα.
Άφιλτρο τσιγαράκι ο λαός, πουράκλα τ' αφεντικά.
Το βέβαιο είναι ότι υπερέχει των αξιωμάτων καθώς σου προσφέρει συγκέντρωση, χαλάρωση και ηρεμία, απ την οποία επωφελούνται κυρίως οι δήθεν βλαπτόμενοι, άλλως βλαμμένοι.
Ξέρετε πόσες πιέσεις, αγωνίες, καταθλίψεις, βιαιοπραγίες και άλλες οριακές καταστάσεις γλυτώνουν, λόγω της ηρεμίας που χαρίζει το κάπνισμα;
Ούτε η τάβλα – γιόγκα η ο 33ος βαθμός δεν σου προσφέρουν τόσο άμεσα και απλόχερα τα ψυχικά προνόμια, που δίνει το αποδιοπομπαίο τσιγαράκι.
Όταν το χάσουν το καταλαβαίνουν και οι πρώτοι που υποδέχονται τις βλαπτικές συνέπειες του κοψίματος είναι οι απρόνοες επικριτές του καπνίσματος.
Τότε θ' αρχίσει η νευρικότητα, τα ξεσπάσματα, οι υστερίες, το σαβούρωμα, τα κομποσχοίνια και οι προσευχές, αλλά και οι διαλέξεις περί μετανοησάντων και σεσωσμένων αμαρτωλών και άλλα βολικά υποκατάστατα του ανθυγιεινού παρελθόντος, που καθίσταται πλέον αποτρόπαιον όσο, η παρούσα υγιής κατάσταση αντιλαμβάνεται ότι αδυνατεί να αντιμετωπίσει την νευρική αβεβαιότητα και την βεβαία ευτέλεια του ανθυγιεινοτάτου, εν τέλει, μέλλοντος.
Ωραία κόψαμε το τσιγάρο και χώσαμε στη μούρη μας πέντε κινητά και δέκα μπλουτουθ, για να μας δώσουν την καλή ζωή και να κάνουν τα νεύρα μας τσατάλια.
Με φαντάζεσθε να ξυπνάω χαράματα απ’ το δαιμονισμένο θόρυβο του Νόκια και να ακούω την Έφη να ωρύεται γιατί ξέχασα να πληρώσω τα τέλη του ζυγού αυτοκινήτου της κόρης μας και τώρα αναγκάζεται, το γλυκό μου, να πάρει το πεντάλιτρο τζιπ του μικρού.
Ποιά νομίζετε ότι θα είναι η πρώτη κίνηση μου, μετά το βρισίδι που θ' ακούσει όλο της το σόι;